διάκλυσμα

το (Α διάκλυσμα) [διακλύζω]
υγρό για το πλύσιμο τού στόματος και τών δοντιών
μσν.
το κρασί
αρχ.
υγρό παρασκεύασμα για την πρόληψη ή για τη θεραπεία τής οδονταλγίας, τού πονόδοντου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διάκλυσμα — lotion for washing out the mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλυσμάτων — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλύσμασι — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλύσμασιν — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλύσματα — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλύσματι — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλύσματος — διάκλυσμα lotion for washing out the mouth neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.